Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Εκείνοι που αμαρτάνουν με την ελπίδα της κατοπινής εξομολογήσεως


Δεν υπάρχει πραματευτής τόσο παράλογος, που να πέταξε την πραμάτεια του στη θάλασσα, και να ελπίζει πως θα την πάρει πάλι πίσω.
Και όμως, υπάρχουν χριστιανοί τόσο παράλογοι, που πετάνε θεληματικά την καθαρότητα της ψυχής τους και τη χάρη του Θεού – το μεγαλύτερο χάρισμα που μπορεί να μας δώσει εδώ ο Κύριος μας –, με την ελπίδα ότι θ᾿ αποκτήσουν πάλι τα ουράνια χαρίσματα και την προηγούμενη καθαρότητα με την εξομολόγηση και τη μετάνοια.
Και γίνονται, οι ταλαίπωροι, αλυσοδεμένοι σκλάβοι του άδη, νομίζοντας ότι μπορούν να κόψουν τις αλυσίδες κατά την όρεξή τους. Και πηγαίνουν μπροστά στο διάβολο με τα κλειδιά της ψυχής τους στα χέρια, θαρρώντας πως μπορούν να του τα πάρουν πάλι πίσω, όταν θελήσουν.

Δεν εντυπωσιάζομαι βέβαια απ᾿ αυτό το σφάλμα, γιατί δεν είναι καινούργιο στους ανθρώπους. Μήπως αυτός δεν ήταν ο πρώτος πειρασμός στην ιστορία της ανθρωπότητος, με τον οποίο ο διάβολος παρακίνησε την Εύα να παραβεί την εντολή του Θεού; Την έπεισε δηλαδή, πως, κι αν αμαρτήσει, «ου θανάτω αποθανείται», γιατί ο Θεός είναι αγαθός και σπλαχνικός. «Η δε γυνή απατηθείσα εν παραβάσει γέγονε»1.
Το ίδιο και ο Αδάμ. Έφαγε κι αυτός τον απαγορευμένο καρπό, με την ελπίδα πως ο Πλάστης του θα τον συγχωρέσει: «Ήμαρτεν Αδάμ, λογιζόμενος το θείον έλεος», όπως γράφει ο ιερός Αυγουστίνος (βιβλ. ια΄). Και τι άλλη μεγαλύτερη απόδειξη γι᾿ αυτό θέλεις, αδελφέ μου, όταν βλέπεις πως ο διάβολος έφτασε σε τόση αυθάδεια, που τόλμησε να πειράξει και τον ίδιο το Χριστό, με όπλο και πάλι την ελπίδα στο Θεό;
Συμβούλεψε δηλαδή ο μιαρός τον Κύριο να γκρεμιστεί από το ψηλότερο σημείο του ναού, λέγοντας Του πως ο Θεός θα έστελνε αγγέλους να Τον κρατήσουν, για να μην πάθει κανένα κακό: «Βάλε σεαυτόν κάτω· γέγραπται γαρ ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται περί σού, και επί χειρών αρούσι σε, μήποτε προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου»2.
Δεν πρέπει λοιπόν ν᾿ απορεί κανείς, που μ᾿ αυτό τον απατηλό λογισμό πειράζει πολλές φορές ο εχθρός τους χριστιανούς, παρακινώντας τους να πέφτουν σε κάθε ανομία και να προσθέτουν σε μια αμαρτία χίλιες άλλες ακόμα, με την αλπίδα ότι θα εξομολογηθούν και θα συγχωρεθούν. Αλλά εκείνο που θαυμάζει κανείς, είναι το ότι οι χριστιανοί δεν καταλαβαίνουν μια απάτη του διαβόλου τόσο ψηλαφητή και φανερή. Κι έτσι την εξομολόγηση και τη μετάνοια, δηλαδή την ευσπλαχνία και την αγαθότητα του Θεού, που είναι αιτία της σωτηρίας τους, την κάνουν αιτία της καταστροφής τους.
Και όπως το φαρμακερό εκείνο χορτάρι, που λέγεται νάπελο, μεταβάλλει σε φαρμάκι και την πιο γλυκιά δροσιά τ᾿ ουρανού, έτσι κι αυτοί οι ταλαίπωροι, μεταβάλλουν σε φαρμάκι και σε θάνατό τους το γλυκύτατο και σωτήριο αίμα του Χριστού. Αυτό το αίμα, που ακολουθεί το λουτρό της εξομολογήσεως και της μετάνοιας για να σβήνει κάθε αμαρτία τους, το κάνουν ν᾿ αυξάνει τις αμαρτίες τους!
Υπάρχει άραγε μεγαλύτερη ανομία απ᾿ αυτή; Τι άλλο κάννουμε έτσι, από το να μεταχειριζόμαστε το γιατρικό μας για θρίαμβο του διαβόλου; Έτσι λέει οάγιος Αμβρόσιος: «Το φάρμακον ημών αυτώ τω διαβόλω γίνεται θρίαμβος»3.
Πιστεύω, πως οι περισσότεροι χριστιανοί θα κολαστούν απ᾿ αυτή την πονηρή και πλανεμένη ελπίδα, που σιγά-σιγά θα τους οδηγήσει στο φρικτό γκρεμό του άδη. Μολονότι ξέρουν πως ετοιμάζεται αιώνια κόλαση για κείνους που αμαρτάνουν, δεν διορθώνονται, γιατί πιστεύουν πως η θεραπεία των αμαρτιών τους γίνεται πρόχειρα και εύκολα με το να εξομολογηθούν στον πνευματικό και να πάρουν, ίσως, κι έναν ελαφρότατο κανόνα. Ύστερ᾿ απ᾿ αυτό ειρηνεύουν και αδιαφορούν για τις αμαρτίες τους, νομίζοντας πως ξεπληρώσαν το χρέος τους.
Ας δούμε όμως τις ζημιές που προξενούν στον εαυτό τους, εκείνοι που αμαρτάνουν με την ελπίδα της κατοπινής εξομολογήσεως. Πρώτη ζημιά είναι το πλήθος των αμαρτιών που κάνουν. Γιατί έχοντας εύκολη την εξομολόγηση και νομίζοντας πως σ᾿ αυτό συνίσταται όλη κι όλη η μετάνοια, πέφτουν οι ταλαίπωροι στα πάθη, αφήνοντας ελεύθερο το χαλινάρι του λογικού και της προσοχής και τρέχοντας σαν τ᾿ άλογα ζώα στη στράτα της απώλειας. Ποιος μπορεί να μετρήσει τις πτώσεις τους; Όσες φορές τους έρθει κακή επιθυμία και βρούν την κατάλληλη ευκαιρία, πέφτουν στην αμαρτία. Όσες φορές τους έρθει κακός λογισμός, κάνουν τα έργα της ανομίας.
Ύστερ᾿ απ’αυτά καταλαβαίνει κανείς, πως η δικαιοσύνη του Θεού θ᾿ ανοίξει τις πύλες του άδη σε κάθε τέτοιον άνθρωπο, στον οποίο το προφητικό στόμα του Ιερεμία λέει: «Εις αλγηρόν ιατρεύθης, ωφέλειά σοι ουκ έστι. Επί πάσαν αδικίαν σου επλήθυναν αι αμαρτίαι σου»4.
Θεραπεύτηκες, αλλά δεν ωφελήθηκες. Πολλές φορές εξομολογήθηκες. Μα μολονότι η εξομολόγηση δόθηκε για να θανατώνει τις αμαρτίες σου, εξαιτίας της δικής σου πονηρίας συνετέλεσε στην αύξησή τους. Γιατρεύτηκες, αλλά δεν πήρες καμιά ωφέλεια. Αυτό που παίρνεις από τόσες εξομολογήσεις, είναι το να προσσθέτεις και νέες αμαρτίες στις παλιές. Γι᾿ αυτό και ο προφήτης, την ψυχή εκείνη που εξομολογείται και πάλι αμαρτάνει συνειδητά, τη θεωρεί άξια να εγκαταλειφθεί από το Θεό. Λέει αλληγορικά: «Ιατρεύσαμεν την Βαβυλώνα, και ουκ ιάθη· εγκαταλίπωμεν αυτήν, ότι ήγγικεν εις ουρανόν το κρίμα αυτής»5.
Η δεύτερη ζημιά που προξενούν στον εαυτό τους όσοι αμαρτάνουν με την ελπίδα της εξομολογήσεως, είναι η βαρύτητα των αμαρτιών που κάνουν. Γιατί με τον πλανερό λογισμό, “Θα εξομολογηθώ μετά”, αμαρτάνουν χωρίς συστολή. Και έτσι βυθίζονται στο βρωμερότερο βούρκο της αμαρτίας, εκεί όπου δεν κυλιούνται ούτε άπιστοι.
Η τρίτη ζημιά που προξενούν στον εαυτό τους, είναι η καταφρόνηση που σιγά-σιγά δείχνουν για τη σωτηρία τους και για τις εντολές του Κυρίου. Γιατί όπως σοφά λέει ο Σολομών, «όταν έλθη ασεβής εις βάθος κακών, καταφρονεί»6.
Όταν λοιπόν φτάσουν στα έσχατα της ανομίας, τότεπωρώνεται ο νούς τους, σκληραίνει η καρδιά τους και δεν υπολογίζουν πιά την αμαρτία για τίποτα. Γιατί «η συγχωρήσεως ευχέρεια, ενδόσιμον παρέχει του αμαρτάνειν», όπως λέει ο άγιος Αμβρόσιος. Μερικοί μάλιστα όχι μόνο καταφρονούν το νόμο του Θεού, αλλά και καυχιώνται για τις ανομίες τους σα να είναι μεγάλα κατορθώματα, όπως λέει πάλι ο Σολομών: «Ω, οι ευφραινόμενοι επί κακοίς και χαίροντες επί διαστροφή κακή»7.
Και αυτοί που έλεγαν πρώτα, “Ας αμαρτήσω και θα εξομολογηθώ· ας πέσω, και θα μετανοήσω”, φτάνουν μετά στο σειμείο να μη θέλουν ούτε να εξομολογηθούν ούτε να μετανοήσουν. Μα κι αν καμιά φορά θελήσουν, δεν μπορούν. Γιατί η συνήθεια έγινε έξη και η έξη έγινε δεύτερη φύση και σκλύρυνε σαν πέτρα την καρδιά τους και την έκανε αναίσθητη, ανίκανη να μετανοήσει και να διορθωθεί. Μερικοί μάλιστα απ᾿ αυτούς φτάνουν και στην άρνηση της πίστεως, γιατί, όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος, ο πονηρός βίος γεννάει και πονηρές δοξασίες.
Βλέπεις, αδελφέ, πόσες ζημιές παθαίνουν όσοι αμαρτάνουν με την πλανερή ελπίδα της εξομολογήσεως; Γι᾿ αυτό σοφότατα λέει ο αββάς Ισαάκ, πώςόποιος ξαναπέφτει στην αμαρτία με την ελπίδα της μετάνοιας, αυτός δεν είναι ειλικρικής στις σχέσεις του με το Θεό, και απροσδόκητα θα πεθάνει, χωρίς ν᾿ αξιωθεί να μετανοήσει: «Ο επ᾿ ελπίδι μετανοίας ολισθαίνων εκ δευτέρου, ούτος μετά πανουργίας πορεύεται μετά του Θεού· τούτω αγνώστως επιπίπτει ο θάνατος, και ου φθάνει τον καιρόν της ελπίδος αυτού τα έργα της αρετής πληρώσαι» (λογ. ξ΄). Και ο Μέγας Βασίλειος λέει περίπου το ίδιο: «Ο ελπίδι της μετανοίας κακουργών, κακουργίας έχει τον τρόπον και αποστερήται μετανοίας» (περί μετανοίας).
Προσευχήσου λοιπόν, αδελφέ, να σε φωτίσει ο Κύριος, για να γνωρίσει την πλάνη σου και ν᾿ απαλλαγείς απ᾿ αυτή την πονηρή πρόληψη και απατηλή ελπίδα, με την οποία διαστρέφεται η έννοια της μετάνοιας και χρησιμοποιείται η χάρη της εξομολογήσεως για την αμαρτία και για τον κολασμό σου.
Έπειτα, πολέμησε τις ρίζες αυτής της πλάνης, που είναι η άγνοια της ουσίας της αληθινής μετάνοιας.
Εκείνοι δηλαδή που αμαρτάνουν, προσβλέποντας σε μελλοντική εξομολόγηση,δεν ξέρουν πρώτα-πρώτα τι είναι η εξομολόγηση. Νομίζουν πως δεν είναι τίποτ᾿ άλλο, παρά το να θυμηθούν και να φανερώσουν στον πνευματικό τις αμαρτίες τους. Και πως αυτό είν᾿ αρκετό για να τους φέρει κοντά στο Θεό. Αν είχε όμως έτσι το πράγμα, τότε δεν θα ήταν «στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν»8, όπως μας λέει το Ευαγγέλιο.
Τότε ο δρόμος για τον ουρανό θα ήταν πλατύτερος κι από πλατεία. Μήπως είναι τάχα μεγάλος κόπος, αφού κάνουμε όσες αμαρτίες θέλουμε, μετά να πάμε και απλά να τις πούμε σ᾿ έναν πνευματικό; Αλλά σ᾿ αυτή την περίπτωση, η εξομολόγηση θα σταματούσε στα λόγια. Και θα ήταν ένα ξαλάφρωμα της μνήμης περισσότερο παρά της καρδιάς.
Εξομολόγηση όμως σημαίνει ουσιαστική μετάνοια, αποστροφή για την αμαρτία, επιστροφή στο Θεό. Και είναι βέβαια αναγκαία η εξωτερική φανέρωση των αμαρτιών μας με το στόμα, για να συγχωρηθούμε από το Θεό διαμέσου του πνευματικού. Αλλά περ᾿ απ᾿ αυτή χρειάζεται και εσωτερκή αλλοίωση, συντριβή, πόνος – πόνος τόσο δυνατός και δραστικός, που να κυριεύει την καρδιά και να μην την αφήνει να νικιέται από την επιθυμία της αμαρτίας.
Ένας τέτοιος πόνος πληγώνει καίρια τα πάθη και τις αμαρτίες, πληγώνει τον ίδιο το διάβολο, που μεσ᾿ ακριβώς από την καρδιά μας λαλεί κάθε κακό: «εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχεία, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι»9.
Γι᾿ αυτό ο πόνος και η συντριβή της καρδιάς είναι αναγκαίο στοιχείο της εξομολογήσεως, απαραίτητος όρος της γνήσιας μετάνοιας. Πρέπει να προηγηθεί αυτή η συντριβή, κι έπειτα ν᾿ ακολουθήσει το πλησίασμά μας στο Θεό, όπως λέει ο προφήτης: «Διαρήξατε τας καρδίας υμών και επιστράφητε προς Κύριον τον Θεόν υμών»10.
Όποιος λοιπόν αρκείται σε μια τυπική εξωτερική εξομολόγηση, δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να καθαρίζει την επιφάνεια, θα λέγαμε, της καρδιάς του, ενώ το εσωτερικό της μένει γεμάτο ακαθαρσία.Αυτό όμως έκαναν και οι Φαρισαίοι, τους οποίους ο Κύριος καυτηρίασε αλληγορικά: «Φαρισαίε τυφλέ, καθάρισον πρώτον το εντός του ποτηρίου και της παροψίδος, ίνα γένηται και το εκτός αυτών καθαρόν»11.

1 Α΄ Τιμ. Β΄ : 14. 2 Ματθ. Δ΄ : 6. 3 Βιβλ. Β΄, περί μετανοίας. 4 Ιερ. 37 : 13, 14. 5 Ιερ. 28 : 9. 6 Παρ. 18 : 3. 7 Παρ. 2 : 14. 8 Ματθ. Ζ΄ : 14. 9 Ματθ. Ιε΄ : 19. 10 Ιωήλ β΄ : 13. 11 Ματθ. Κγ΄ : 26.

Σταχυολόγηση και διασκευή κειμένου από τα “Πνευματικά Γυμνάσματα” του οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου
(Από το βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Εκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ωρωπός Αττικής)

ekklisiaonline.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου